Print

Το Διήγημα του Βλάσση Τρεχλή Ο ζωγράφος με τη λιγοστή φήμη

Συντάκτης: Βλάσσης Τρεχλής.

Βλάσσης Τρεχλής 

Ο ζωγράφος με τη λιγοστή φήμη Ο ταλαντούχος ζωγράφος Κάρελ φαν ντερ Μπουά, άφησε το όνομά του στην πόλη Χερτόνχεμπος και έφυγε για πιο ζεστά κλίματα, εγκαταλείποντας το εργαστήριο ζωγραφικής του Ιερώνυμου φαν Άκεν. Η ζωή στη Χερτόνχεμπος δεν ήταν ευχάριστη τα τελευταία χρόνια καθώς οι πολλές αδελφότητες της Παναγίας, στην προσπάθειά τους να έχουν κάτω από την εξουσία τους τούς πιο επιφανείς από τους κατοίκους της πόλης, ασκούσαν κάθε μορφής πίεση.

Ο δίχως έλεος ανταγωνισμός των αδελφοτήτων και η τακτική του τρόμου που ακολουθούσαν, ήσαν τόσο πιεστικά ώστε ο τοπικός ηγεμόνας αναγκάστηκε να παρέμβει. Όμως ο Κάρελ φαν ντερ Μπουά είχε πάρει την απόφασή του. Άφησε πίσω του, τη φήμη του, τις καμπάνες των εκκλησιών, συγγενείς και φίλους και όλα του τα υπάρχοντα. Τοποθέτησε σε ένα πουγκί όσα χρυσά είχε μαζέψει και, ένα πρωινό, λίγο πριν ο ήλιος καλέσει τους ανθρώπους έξω από τα σπίτια τους, καβάλησε το άλογό του και εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω του το υγρό τοπίο και την εχθρότητα των αδελφοτήτων. Από τη στιγμή που έφυγε από τον τόπο του υιοθέτησε το όνομα Δομέτιος και κανείς από όσους τον γνώρισαν στη συνέχεια δεν έμαθε ποτέ πως αυτό δεν ήταν το βαφτιστικό του. Υπέγραφε, λοιπόν, τα έργα του με αυτό το όνομα και, όπου χρειαζόταν, ανέφερε ως τόπο καταγωγής του το όνομα ενός ταπεινού χωριού στα σύνορα της Γερμανίας με την Ελβετία. Ξεκίνησε για την Ιταλία στις αρχές φθινοπώρου του 1504, όταν στις χώρες του βορρά το κρύο άρχισε να παγώνει τα δάχτυλα των ζωγράφων. Το ταξίδι δεν ήταν καθόλου εύκολο.

Ο Δομέτιος, για να αποφύγει τους κακοποιούς που παραμόνευαν έξω από τις πόλεις, ακολουθούσε τις άμαξες των εμπόρων και διανυκτέρευε στα πανδοχεία όπου διανυκτέρευαν κι αυτοί. Δεν έχει αξία εδώ να περιγράψουμε με κάθε λεπτομέρεια τις δυσκολίες που είχε στο ταξίδι του και οι οποίες είχαν να κάνουν, εκτός από τους ληστές, με τα δύσβατα μονοπάτια, τις καταρρακτώδεις βροχές, τις ασθένειες, τους μικροτραυματισμούς και τις στοιχειώδεις φροντίδες. Τις ξεπέρασε όμως και έφτασε στη Φλωρεντία στο τέλος Νοεμβρίου του 1504. Η πόλη είχε ανοιχτές τις πύλες της και η καρδιά του χάρηκε σαν είδε τους κατοίκους να περπατάνε τέτοια εποχή στους δρόμους. Εγκαταστάθηκε στη βόρεια πλευρά του ποταμού, στο «Πανδοχείο των χαμένων ταξιδευτών». Ήταν ένα χάνι με μια τεράστια σάλα στο ισόγειο και μια σοφίτα επάνω. Στη σοφίτα ο πανδοχέας είχε τοποθετήσει μια σειρά από προχειροφτιαγμένα κρεβάτια, με μια χιλιοτρυπημένη λινάτσα να χωρίζει το ένα από το άλλο. Η αλήθεια είναι πως ο χώρος δεν σε κρατούσε να μείνεις περισσότερο χρόνο από όσο απαιτείται για να τεντώσεις το κορμί σου και να ξεκουράσεις τα βλέφαρά σου, αλλά και τότε μόνον αν ήσουν υπερβολικά κουρασμένος και δεν έπαιρνες μυρουδιά τι γινόταν γύρω σου. Ο Δομέτιος έσπρωξε το δισάκι του κάτω από το κρεβάτι και βγήκε γρήγορα στους δρόμους για να πάρει τις πληροφορίες που ήθελε. Η πόλη είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κάποιον ο οποίος ερχόταν από τον βορρά και θα μπορούσε να ξεχαστεί στις πλατείες της χαζεύοντας τα μικρά και τα μεγάλα παλάτια, τις περιποιημένες άμαξες και τις κρυμμένες πίσω από τα κουρτινάκια κυράδες. Θα μπορούσε ακόμα να ξεχαστεί μπροστά στις μικρές και μεγάλες βιτρίνες των εργαστηρίων, στους φρουρούς με τα φανταχτερά χρώματα, στους ζητιάνους που περίμεναν σε κάθε γωνιά, μα πιο πολύ στις πλούσιες και όμορφες εκκλησίες.. Γρήγορα όμως ο Δομέτιος έδιωξε από τα μάτια του τον πειρασμό του θαυμασμού και αναζήτησε την πηγή των πληροφοριών. Έξω από τον καθεδρικό ναό έπεσε επάνω σε μια παρέα καλοντυμένων και αστείων νεαρών και τους ρώτησε ποιος ήταν ο καλύτερος ζωγράφος στην πανέμορφης πόλη τους. «Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι», του είπαν χωρίς δεύτερη κουβέντα και ο Δομέτιος επιβεβαίωσε μέσα του όσα είχε ακούσει γι’ αυτόν. «Και πώς θα γίνω βοηθός στο εργαστήριό του»; Ξαναρώτησε. «Αυτό δεν είναι δύσκολο», του απάντησαν και απομακρύνθηκαν γελώντας πονηρά. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο Δομέτιος, απογοητευμένος αλλά περισσότερο αποφασισμένος, ρώτησε και έμαθε πού βρισκόταν το εργαστήριο του ζωγράφου με τη λιγότερη φήμη. Τον επισκέφθηκε το επόμενο απόγευμα. Ήταν ένας άντρας γεμάτος σκιές. Περισσότερο έμοιαζε με θάμνο παρά με άνθρωπο. Έδειχνε αρκετά μεγαλύτερός του στα χρόνια και η λιγοστή φήμη του, όπως και η τέχνη του, ήταν ανάλογη του παρουσιαστικού του. Χωρίς περιστροφές του είπε πως θέλει να μπει στη δούλεψή του με αμοιβή ένα μικρό δωμάτιο και ένα πιάτο φαΐ. Ο ζωγράφος με τη λιγοστή φήμη τον κοίταξε καχύποπτα και άφησε για αρκετή ώρα να πλανάται στο βλέμμα του το ερώτημα της αμφιβολίας. Γνώριζε, πως καλύτερη από την τέχνη των χρωμάτων είναι η τέχνη να μειώνεις τους ανθρώπους. Ο Δομέτιος, που δεν είχε μάθει να χρησιμοποιεί τις λέξεις για να πείθει τους άλλους, πήρε στα γρήγορα ένα κάρβουνο και ζωγράφισε πάνω σ' ένα καλογυαλισμένο ξύλο από σημύδα το ουράνιο τόξο τη στιγμή που βγαίνει από τα μαύρα σύννεφα. Ο ζωγράφος με τη λιγοστή φήμη κατάλαβε στη στιγμή πως ο νεαρός κατέχει τα μυστικά των χρωμάτων μα συγκρατήθηκε. Θεώρησε δε περιττό να τον ρωτήσει σε ποιον δάσκαλο τα έμαθε. Ο Δομέτιος υπόγραψε ένα χαρτί το οποίο έγραφε πως ο ζωγράφος με τη λιγοστή φήμη θα τον έχει για έναν χρόνο στη δούλεψή του. Από την άλλη ημέρα κιόλας άρχισε να αναμιγνύει τα χρώματα. Η δουλειά προχώρησε πολύ γρήγορα και σε λίγους μήνες η φήμη του Φλωρεντινού ζωγράφου μεγάλωνε μαζί με το μέγεθος του πουγκιού του. Επειδή ο ζωγράφος με τη λιγοστή φήμη ήταν ευχαριστημένος και, θέλοντας προφανώς να δελεάσει τον Δομέτιο προκειμένου να παρατείνει το συμβόλαιό του, πρόσφερε έναν μεγαλύτερο χώρο στον φιλοξενούμενό του και μια σχετικά καλύτερη αμοιβή. Του επέτρεψε ακόμα να υπογράφει με το όνομα Δομέτιος έναν μικρό αριθμό έργων που δεν θα υπερέβαιναν σε αναλογία το ένα προς δέκα. Οι Φλωρεντινοί, ακολουθώντας τις καινούργιες τεχνικές και ιδέες, που η αλήθεια είναι πως πρωτογεννήθηκαν στην πόλη τους, απαίτησαν από τους ζωγράφους να είναι έντονη η παρουσία των αρχόντων στους μεγάλους πίνακες και να μην ζωγραφίζουν αφηρημένα το πρόσωπο των Αγίων και της Παναγίας. Αυτή η λογική ανέτρεπε όσα επικρατούσαν μέχρι τότε και γι’ αυτό πολλοί αγιογράφοι αντέδρασαν και προτίμησαν να φύγουν μακριά και να χαθούν παρά να μπερδέψουν την ιερότητα της εικόνας με την απεικόνιση των ευγενών μοντέλων. Ο Δομέτιος, αντίθετα, έχοντας μπουχτίσει από την υποκρισία των φανατικών της θρησκείας όσο ζούσε στη Χερτόνχενμπος, ένιωσε την καινούργια νοοτροπία σαν μια ανάσα στη ζωή του. Εκείνο τον καιρό κυκλοφόρησε μια ανακοίνωση από την επιτροπή της Σάντα Κρότσε πως θέλουν μία ζωγραφιά της νεκρής Παναγίας για να στολίσουν το παρεκκλήσι του μεγάλου ναού. Η ανακοίνωση της επιτροπής περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τους όρους του διαγωνισμού, ενώ τα μέλη της έδιναν ιδιαίτερη σημασία - κι αυτό το τόνιζαν με έντονα και μεγάλα μαύρα γράμματα - στο ότι η Παναγία δεν πέθανε αλλά «εκοιμήθη». Ο Δομέτιος θεώρησε αυτόν τον διαγωνισμό σαν πρόκληση. «Τώρα είναι η ώρα μου για να γίνω γνωστός», είπε μέσα του. Περπάτησε τις επόμενες ημέρες σ' ολόκληρη την πόλη αναζητώντας με επιμονή το πρόσωπο που θα του χρησίμευε ως μοντέλο για το πρόσωπο της Παναγίας. Περπάτησε στις συνοικίες των φτωχών. Μπήκε σε πλυσταριά και βιοτεχνίες, βγήκε έξω στους αγρούς, έψαξε μέσα σε καπηλειά, εκεί όπου συχνάζουν οι ελαφριές γυναίκες, ακόμα και σε κηδείες και μνημόσυνα παρευρέθηκε και δεν άφησε καμιά πρόσκληση αναπάντητη. Το ίδιο έκανε και με τα πανηγύρια. Γύρισε όλα τα μοναστήρια της περιοχής και κάθισε σε τραπέζια με άγνωστους άντρες και γυναίκες που ερχόντουσαν από μακρινά και κοντινά χωριά. Πήγαινε κάθε Κυριακή σε διαφορετική εκκλησία, ακόμα και στις πιο μικρές και στις πιο απομακρυσμένες. Και, τέλος, πέρασε από το πτωχοκομείο και το νοσοκομείο με τις ανίατες ασθένειες. Κάποιος άλλος στη θέση του θα είχε απογοητευτεί, αλλά ο Δομέτιος ξεκινούσε κάθε φορά το ψάξιμο με έναν καινούργιο και ανεξήγητο ενθουσιασμό. Ο ασήμαντος ζωγράφος, και φίλος του πλέον, τον ρωτούσε κάθε βράδυ για το αποτέλεσμα της αναζήτησής του, ενώ παραξενευόταν που δεν έβλεπε την απογοήτευση στο πρόσωπό του. Πως να καταλάβει κάποιος αδαής πως μέσα από τις περιηγήσεις του στις ανθρώπινες φιγούρες ανακάλυπτε τις μυστηριώδεις δυνάμεις που χρωματίζουν τα πρόσωπα των ανθρώπων; «Όσο πιο πολύ αναζητώ αυτό το πρόσωπο», του έλεγε ο Δομέτιος, «τόσο πιο πολύτιμο γίνεται. Και όσο πιο πολύ το αναζητώ, τόσο περισσότερο μου κρύβεται». Στο τέλος κάθε αναζήτησης, λίγο μετά το σούρουπο, κατέληγε πάντα στην ίδια ταβέρνα όπου έπινε ένα ποτήρι κρασί. Κάποιες φορές, όταν το τσουκάλι ήταν γεμάτο, παράγγελνε λίγο κρέας κρασάτο και άλλες φορές, που ο φούρνος είχε μόλις βγάλει ζεστό ψωμί, παράγγελνε ένα καρβέλι με τυρί. Φώναζε τότε όσους γνωστούς έβρισκε γύρω του, έφερναν και οι άλλοι τα μπουκάλια τους και άφηναν την ώρα να περάσει. Σ’ αυτή την ταβέρνα καθάριζε τα τραπέζια και σερβίριζε το κρασί μια νεαρή κοπέλα στην οποία ήταν αποτυπωμένη έντονα η κούραση και η δυστυχία. Τη φωνή της δεν την είχε ακούσει κανείς, ενώ η κίνησή της ήταν τόσο ανάλαφρη που δεν έπαιρνες μυρουδιά για πότε η κρασοκανάτα έφτανε γεμάτη. Κανείς δεν της έδινε σημασία και κανείς άντρας δεν σκέφτηκε να φυλάει τη γλώσσα του μπροστά της. Μάλλον κανείς δεν τη θεωρούσε γυναίκα. Ίσως να μην την θεωρούσαν καν άνθρωπο. Θα έλεγα πως στα μάτια τους περισσότερο έμοιαζε με ξωτικό.

 

Οι μέρες περνούσαν δίχως αποτέλεσμα. Ο Δομέτιος είχε επισκεφθεί όλους τους χώρους από πέντε έως δέκα φορές. Είχε γνωρίσει όλες τις γυναίκες της πόλης και όλες τον χαιρετούσαν πλέον σαν παλιό γνωστό τους. Αργά τα βράδια, όταν επέστρεφε στο εργαστήριό του, προσπαθούσε να φτιάξει τα πρόσωπα των γυναικών που του είχαν κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση. Όλα αυτά τα χαρτιά με τα σκίτσα επάνω τα μαντάλωνε σε ένα λεπτό σχοινί το οποίο διαπερνούσε ολόκληρο το δωμάτιο. Είχε περάσει περισσότερο από ένας χρόνος από τότε που έφτασε στη Φλωρεντία και κάποιο βράδυ, αρχές του Δεκέμβρη ήταν, άκουσε να χτυπούν το τζάμι του παραθύρου του. Δεν περίμενε κανέναν, αλλά δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή να μην ανοίξει. Δίπλα στην πόρτα του ήταν ακουμπισμένη και μισοξυλιασμένη η κοπέλα της ταβέρνας. Είχε κλειστά τα μάτια και φαινόταν σαν να έσβηνε η πνοή της. Την έφερε μέσα στο σπίτι. Ήταν πράγματι ένα ταλαιπωρημένο πλάσμα. Ένα ανθρώπινο ράκος. «Τι θέλεις»; Τη ρώτησε. Το «ξωτικό», γιατί είπαμε έμοιαζε περισσότερο για ξωτικό παρά για άνθρωπος, μαζεύτηκε όσο περισσότερο μπορούσε και του είπε συνεσταλμένα: «Θα ήθελα να μην με ρωτήσετε τίποτα, παρά μόνο να με φιλοξενήσετε. Δώστε μου μοναχά γι' απόψε μια μικρή γωνιά στο πάτωμα». Ο Δομέτιος από φυσικού του δεν προβληματιζότανε σε τέτοιες στιγμές. Χωρίς δεύτερη κουβέντα την πήρε από το χέρι και τη βοήθησε να ξαπλώσει σε ένα ταλαιπωρημένο ανάκλιντρο που το χρησιμοποιούσε για να ξαπλώνουν τα μοντέλα του. Τη σκέπασε με μια κουβέρτα και ακούμπησε πάνω σε μια μικρή χτισμένη φουφού που έκαιγε πάντα τις βραδινές ώρες έναν χαλκωματένιο βραστήρα. Τον γέμισε με νερό και βότανα και ετοίμασε δυο κούπες. Σ' ένα πιάτο τοποθέτησε λίγο ψωμί και ένα κομμάτι καπνιστό που βρέθηκε να κρέμεται από ένα καρφί στον τοίχο πάνω από τη φουφού. Σαν έγινε το ρόφημα, έσυρε πλάι στο ανάκλιντρο ένα χαμηλό τραπέζι και ακούμπησε πάνω του όλα όσα είχε ετοιμάσει. Η κοπέλα όλη αυτή την ώρα είχε κλειστά τα βλέφαρά της και έπρεπε να στήσει κάποιος το αυτί του για να καταλάβει ότι αναπνέει. Τη σκούντησε απαλά. Άνοιξε όσο μια χαραμάδα τα μάτια της. «Πιες, είναι ζεστό», της είπε ο Δομέτιος. Την ανασήκωσε με προσοχή και της έδωσε την κούπα στο χέρι. Η κοπέλα την κράτησε με δυσκολία και, επειδή φοβήθηκε πως θα της πέσει, τη βοήθησε να τη φέρει στα χείλη της. Δεν ήπιε περισσότερες από δυο γουλιές και του έδειξε πως θέλει και πάλι να ξαπλώσει. Όσην ώρα ο Δομέτιος είχε τα κεριά αναμμένα, δεν πρόσεξε να κινείται κάτι πάνω στην κοπέλα. Ήταν φανερό πως κοιμόταν βαθιά. Ήσυχα και βαθιά. Σηκώθηκε όπως πάντα πολύ πρωί. Πολύ πριν ο ήλιος αρχίσει να φτιάχνει σκιές. Άναψε δυο κεριά, μετά άλλα δυο. Το δωμάτιο φωτίστηκε. Η κοπέλα βρισκόταν στην ίδια ακριβώς θέση και, επειδή φοβήθηκε μήπως έχει πάθει κάτι, πλησίασε το αυτί του στο στόμα της. Μια ήρεμη ανάσα τον ζέστανε ελαφρά και ησύχασε. Τα κάρβουνα δεν είχαν σβήσει τελείως στη φουφού. Έφερε λίγα ψιλά ξύλα και άναψε τη φωτιά. Τοποθέτησε τον βραστήρα πάνω στην τρύπα και έφερε το πιάτο που είχε ετοιμάσει το προηγούμενο βράδυ στο τραπέζι με τα χρώματα. Πριν βάλει μια μπουκιά στο στόμα του στάθηκε. Με μια γρήγορη κίνηση, σαν να τον τσίμπησε σφίγγα, παράτησε το πρωινό του, πήρε χαρτί και μολύβι και πήγε με το κάθισμά του κοντά στο ανάκλιντρο με την ξαπλωμένη κοπέλα. Με γρήγορες κινήσεις πέρασε την εικόνα της πάνω στο χαρτί. Άναψε άλλα τέσσερα κεριά. Το δωμάτιο φωτίστηκε περισσότερο. Σήκωσε ξανά το κάθισμά του και το έβαλε στην άλλη πλευρά του ανάκλιντρου. Κι εκεί έκανε το ίδιο. Άλλαζε συνεχώς θέση και ζωγράφιζε με δαιμονική ταχύτητα σαν να ήθελε να προλάβει να τη ζωγραφίσει από όλες τις γωνίες πριν εκείνη ξυπνήσει. Κόντευε να φέξει όταν τελείωσε όλα τα σχέδια πάνω στο χαρτί και τα κρέμασε στο σχοινί που βρισκόταν πάντα δίπλα στο καβαλέτο του. Έφερε και άλλα κεριά. Το δωμάτιο φωτίστηκε σαν ηλιόλουστη ημέρα. Με τις ίδιες γρήγορες κινήσεις άρχισε να περνάει το σχέδιο από το χαρτί πάνω στον μουσαμά. Πρώτα έφτιαξε το ανάκλιντρο στη φυσική του διάσταση. Δεν ήταν σαν το δικό του, τόσο ταλαιπωρημένο, το αντίθετο μάλιστα. Είχε μια βελούδινη επένδυση σε δαμασκηνί χρώμα πρώτης ποιότητας και από τον τρόπο που τσάκιζε στις γωνιές φαινόταν όλη η τέχνη της εξαιρετικής ύφανσης. Τα δρύινα πόδια του έπιπλου ήσαν φρεσκολουστραρισμένα. Πάνω εκεί τοποθέτησε με ευγένεια το ταλαιπωρημένο σώμα της κοπέλας. Στη πραγματικότητα ήταν μια τόση δα κοπελίτσα, πολύ κοντούλα. Αλλά ο Δομέτιος, για κάποιον λόγο που δεν τον κατάλαβε εκείνη τη στιγμή, την μάκρυνε όσο μπορούσε περισσότερο και έτσι το κορμί της έφτανε από την μιαν άκρη του ανάκλιντρου στην άλλη. Το ολόλευκο πρόσωπό της ερχόταν σε αρμονική αντίθεση με το δαμασκηνό βελούδο και τα ξανθά μαλλιά της χύθηκαν με πάθος σ’ εκείνη τη μεριά που έγερνε περισσότερο. Αμέσως μετά την έντυσε με πορφυρό φόρεμα, υφασμένο με εξαιρετικά λεπτή πλέξη και ήταν το φόρεμα πιο ελαφρύ και από ένα πούπουλο πιτσουνιού για να μην εμποδίζει την αναπνοή της. Το τέντωσε εκεί που έπρεπε και του άφησε λίγες δίπλες για να αναπνέει το κορμί της. Γύρω από τη μέση της πέρασε μια δερμάτινη ζώνη, φτιαγμένη από τον καλύτερο τεχνίτη της Φλωρεντίας. Ήταν στολισμένη κοντά-κοντά με μαργαριτάρια τα οποία σχημάτιζαν μικρά μοτίβα από μαργαρίτες και η οποία τελείωνε σε μια μικρή, ασημένια και καταστόλιστη πόρπη. Ο μανδύας που της προστάτευε την πλάτη έπεφτε στα πλάγια και ήταν χρωματισμένος με το μπλεδί του χειμωνιάτικου ουρανού. Της σκέπαζε τη δεξιά πλευρά, από τη μέση και κάτω μέχρι τα πόδια. Της κάλυψε βέβαια τα παπούτσια, γιατί υπάρχει η συνήθεια στους ζωγράφους να εικονίζουν τα πόδια καλυμμένα εκτός και αν είναι γυμνά. Στο κεφάλι της πέρασε ένα λευκό μαντήλι, που δεν ήταν ακριβώς λευκό αλλά έλαμπε στα μάτια του καθενός ανάλογα με τη διάθεση. Στα μάτια του Δομέτιου εκείνη τη στιγμή έλαμψε η χρυσαφένια ανατολή τριγυρισμένη από λευκό, ανάμικτο με γαλάζιο. Στάθηκε για λίγο. Πήγε κοντά της και πλησίασε το αυτί του στο στόμα της. Η αναπνοή της είχε γίνει ακόμα πιο ανάλαφρη. Κράτησε στη μνήμη του αυτό το σύρσιμο του αέρα και, αφού πήρε από μια διπλοκλειδωμένη κασετίνα το πιο λεπτό πινέλο που έχει δει ανθρώπου μάτι και αφού έπαιξε η ματιά του με τη μια και μοναδική τρίχα τη φτιαγμένη από μετάξι, άνοιξε ένα μικρό, πολύ μικρό μπουκαλάκι, και πέρασε το πινέλο με τη μια και μοναδική τρίχα, τη φτιαγμένη από μετάξι, στο άρωμά του. Με αυτό έβαψε τον αέρα που μπαινόβγαινε στα σωθικά της και αμέσως η ζωγραφιά ζωντάνεψε. Κοίταξε για τελευταία φορά την ξαπλωμένη κοπέλα και μετά τη ζωγραφιά. Έριξε δυο-τρεις πινελιές στις πτυχές του μανδύα με ένα βαθύτερο μπλε φερμένο από τα βάθη του ωκεανού και πέταξε τα πινέλα πάνω στο τραπέζι. Ένιωσε να φουσκώνει ολόκληρος από ευτυχία. «Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο μετά από αυτό», είπε μέσα του. Πήρε ένα μεγάλο σεντόνι από το μπαούλο που κείτονταν σε μια γωνιά και κάλυψε μ’ αυτό τον πίνακα στερεώνοντάς τον από το καβαλέτο μέχρι το τεντωμένο σχοινί, προσέχοντας να μην τον αγγίζει κανένα τσάκισμά του. Γεμάτος χαρά αναζήτησε τον φίλο του, και πλέον ασήμαντο ζωγράφο, στα δωμάτια του σπιτιού του, αλλά δεν τον βρήκε πουθενά. Πήγε στην πίσω αυλή, αλλά ούτε εκεί τον βρήκε. Περιπλανήθηκε στους γειτονικούς δρόμους, αλλά, όπου κι αν ρώτησε, δεν πήρε θετική απάντηση. Σταμάτησε για λίγο στο καπηλειό της γειτονιάς, καθώς γνώριζε πως εκεί σύχναζε ο φίλος του όταν δεν είχε δουλειά να κάνει, αλλά κι εκεί δεν ήταν. Έτσι, γύρισε άπραγος στο δωμάτιό του. Μόλις είχε κλείσει την πόρτα πίσω του, όταν ακούστηκαν έξω από το σπίτι χλιμιντρίσματα αλόγων και φωνές. Την επόμενη στιγμή η πόρτα άνοιξε βίαια και η φρουρά μπήκε στο εργαστήριό του. Πίσω από τους στρατιώτες ακολουθούσε ένας άνθρωπος που έμοιαζε με θάμνο. Ήταν ο ζωγράφος με τη λιγοστή φήμη. «Αυτός είναι», είπε στη φρουρά. «Έφερε εχθές το βράδυ την κοπέλα στο δωμάτιό του και σήμερα το πρωί, που κοίταξα από περιέργεια μέσα από το παράθυρο την ώρα που έβγαινα, τον είδα να τη στραγγαλίζει». Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Η φρουρά πήρε τον Δομέτιο και χάθηκε στους δρόμους κάτω από τα βλέμματα των αγουροξυπνημένων πολιτών. Δυο βοηθοί από το νοσοκομείο της πόλης τοποθέτησαν πάνω σ' ένα φορείο το άψυχο σώμα της κοπέλας και έφυγαν. Ο ζωγράφος με τη λιγοστή φήμη, όταν έμεινε μόνος, ασφάλισε την εξώθυρα και έσυρε με προσοχή το σεντόνι πάνω από τον σκεπασμένο πίνακα. Έκανε δυο βήματα πίσω. Η κοπέλα ήταν μπροστά του και ανάπνεε ελαφρά βάφοντας τον αέρα με το παγωμένο χνώτο της. Του ήρθε να τη σκεπάσει με τον μανδύα της, καθώς ανατρίχιασε από το χνώτο της, αλλά σταμάτησε απότομα, γιατί ο νους του τού είπε αμέσως πως ήταν μόνο μια ζωγραφιά. Της χαμογέλασε αμήχανα. Η κοπέλα που παρίστανε την Παναγία δεν ανταποκρίθηκε, τον άφησε να παλεύει με τις ενοχές του. Ο ζωγράφος με τη λιγοστή φήμη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο από το να θαυμάσει το αριστούργημα για χάρη του οποίου τα έστησε όλα. Κανένας από την επιτροπή της εκκλησίας Σάντα Κρότσε δεν ταλαντεύτηκε για το ποια ζωγραφιά θα τοποθετούσαν στο παρεκκλήσι. Παραμέρισαν με ευκολία τα έργα των άλλων ζωγράφων και στάθηκαν στον πίνακα που τους έφερε ο Ζωγράφος με την Μικρότερη Φήμη. Ο σεβάσμιος πρόεδρος της επιτροπής και γηραιότερος ιερέας του ναού δεν μπόρεσε να κρύψει τον θαυμασμό του μπροστά σ’ αυτό το έργο. Ανατρίχιασε δυο φορές βλέποντάς το. Μια γιατί η ζωγραφιά ήταν άψογη και η ιερότητα της σκηνής ιδιαίτερα πειστική και άλλη μια από το παγωμένο χνώτο της Παναγίας. Ο γέροντας, ασυναίσθητα και χωρίς να το πολυσκεφτεί, σήκωσε με μια κίνηση, από αυτές που ποτέ δεν γνωρίζουμε γιατί γίνονται, τον βαθύ μπλε μανδύα που είχε το χρώμα του χειμωνιάτικου ουρανού για να σκεπάσει το ξυλιασμένο σώμα της Παναγίας. Και τότε, διέκρινε πάνω στο βελούδινο κάλυμμα, στην δεξιά άκρη του ανάκλιντρου, γραμμένο ένα όνομα. Έσκυψε και, με δυσκολία είναι η αλήθεια, διάβασε με τα υγρά μάτια του τα ψιλά γράμματα. Δομέτιος.
Ταπεινός μαθητής του Ιερώνυμου φαν Άκεν

 

Λίγα λόγια για το συντάκτη του άρθρου
Author: Νέοι Καιροί εν ΑιγίωEmail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Σχετικά

Συνεργάτες

                                                

 

         ΑΙΓΙΟ   ΑΙΓΙΑΛΕΙΑ                Classy & Fabulous

                             

Έντυπος και Ηλεκτρονικός Τύπος